Πενήντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του ο Τζον Κόλτρειν αυτός ο μεγάλος τζαζ δημιουργός φαίνεται να γνωρίζει την «εμπορική» επιτυχία που δεν γνώρισε όταν ζούσε. Ο Τζον Κολτρέιν πέθανε μόλις στα 40 του χρόνια (το 1967, από καρκίνο)
Η καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα ήταν τέτοια ώστε όλοι οι σύγχρονοί του αλλά και οι νεότεροί του μουσικοί και κριτικοί στέκονται στους δρόμους που άνοιξε στην τζαζ, αδιαφορώντας αν αυτοί οι δρόμοι συγκίνησαν εκατομμύρια μουσικόφιλους ή όχι.
Προς το τέλος της ζωής του οι πωλήσεις του άλμπουμ «A Love Supreme» είχαν φθάσει στα 1.000.000 αντίτυπα.
O Τζον Κολτρέιν στο έργο του έθεσε για πρώτη φορά στην ιστορία της αφροαμερικανικής μουσικής το υψηλότερο κριτήριο. Πίστευε πως η μουσική έχει έναν αισθητικό και ηθικό προβληματισμό.
Η σύζυγός του Αλις Κολτρέιν,είπε συγκεκριμένα γι αυτό «μερικά από τα τελευταία του έργα δεν είναι μουσικές συνθέσεις. Θέλω να πω ότι δεν βασίζονται αποκλειστικά σε μουσικά κριτήρια. Είχε πάντα την αντίληψη ότι πριν από την ίδια τη μουσική το πρωταρχικό στη δημιουργία ήταν ο ήχος».
Είχε την τύχη να κατάγεται από μουσική οικογένεια και σε ηλικία 19-20 ετών να έρθει σε πρώτη επαφή, με τον Τσάρλι Πάρκερ σε ένα live όπου είχε πάει να τον παρακολουθήσει.
Εκείνη την εποχή δεν ήθελε και πολύ αν είχες ταλέντο και όραμα να βρεις το δρόμο σου όσο δύσκολος και αν ήταν αυτός ο δρόμος σε έβγαζε κάπου
Σε έβαζε στην κλίκα τουλάχιστον των αφροαμερικανών που ζούσαν για την μουσική και μόνο.
Ο Τζον Κολτρέιν στην πορεία όπως και πολλοί άλλοι έπεσε με τα μούτρα στα ναρκωτικά φτάνοντας στο σημείο εξαιτίας της εξάρτησης του να χαλάσουν ακόμα και οι σχέσεις με τον Μαιλς Ντειβις και όχι μόνο.
Επτά χρόνια πριν τον πρόωρο θάνατο του, παρουσίασε ακόμα ένα εμβληματικό άλμπουμ, το «Giant Steps» ενώ το 1961 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «My Favorite Things».
Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του μελέτησε τις μουσικές της Ανατολής, και κυρίως την ινδική μουσική, και ήταν από τους πρώτους που επιχείρησαν να προσαρμόσουν τις ινδικές ragas στην τζαζ.
Τι να πει κανείς βέβαια για το «A Love Supreme».
Είναι το άλμπουμ από το οποίο ξεκινούν όλοι όσοι θέλουν να μπουν στον μουσικό κόσμο. Ενας ουσιαστικά θρησκευτικός ύμνος, στη βάση του οποίου στέκεται η υπέρτατη αγάπη για την ύπαρξη.
Ο Κόλτρειν πίστευε βαθιά πως η ύπαρξη είναι το άλλο πρόσωπο του Θεού. Πίστευε σε όλες τις θρησκείες, και αυτό τού έδινε τη δύναμη να ξεφύγει από τις δυσκολίες της ζωής και τα ναρκωτικά που τον πήγαιναν πίσω Ακολούθησε το 1966 το «Ascension», και αυτός ήταν εάνς δίσκος-ορόσημο της free jazz των sixties.
Ο Τζον Κολτρέιν κάποια στιγμή στη ζωή του είχε δηλώσει: «Σκοπός μου είναι να ζήσω την αληθινή θρησκευτική ζωή, και να την εκφράσω μέσα από τη μουσική μου. Αν, όταν παίζεις, βιώσεις αυτή την εμπειρία, δεν θα αντιμετωπίσεις καμία δυσκολία, γιατί η μουσική είναι μέρος του όλου. Το να είσαι μουσικός είναι κάτι. Πηγαίνεις όλο και βαθύτερα».
Οι πνευματικές του ανησυχίες τον έσπρωξαν να μελετήσει από την Καμπάλα μέχρι τον ινδουισμό αλλά και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους
Δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει μέσα από τη μουσική μια βαθύτερη αλήθεια και φήμες τον θέλουν να περπατάει μεγάλες αποστάσεις κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό με κυάλια, σε αναζήτηση έμπνευσης
Η Αφρικανική Ορθόδοξη Εκκλησία, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του τον ανακήρυξε άγιο. Ο ναός του Αγίου Ιωάννη Κολτρέιν βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Σαν Φρανσίσκο. Εξυπηρετεί λατρευτικούς σκοπούς στον ομώνυμο ναό ο οποίος είναι αφιερωμένος στον μεγάλο σαξοφωνίστα και πρωτοπόρο συνθέτη
Ως άγιος απεικονίζεται σε δύο εικόνες. Εικόνες οι οποίες έχουν φιλοτεχνηθεί κατά τη βυζαντινή τεχνοτροπία και φέρουν την ελληνική γραφή. Στην πρώτη αγιογραφία, στον πάπυρο που κρατά στο δεξί του χέρι γράφει: «Ας τραγουδήσουμε όλα τα τραγούδια στον Θεό. Ας τον ακολουθήσουμε στον δρόμο της αρετής. Ναι, είναι αλήθεια. Ερεύνα και θα βρεις». Και στη δεύτερη: «Ας τραγουδήσουμε όλα τα τραγούδια που οφείλουμε στον Θεό και στη Δόξα Του… Δόξα στον Θεό».


